Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες μέσα στο έτος που έχουν στιγματιστεί από τον συστημικό λόγο. 18 Σεπτεμβρίου, 17 Νοεμβρίου, 6 Δεκεμβρίου. Είναι οι μέρες που σύσσωμος ο κόσμος κατεβαίνει στους δρόμους και οργανώνει εκδηλώσεις προς τιμή των ανθρώπων που έχασαν την ζωή τους σε αυτές τις ημερομηνίες. Παύλος Φύσσας, οι νεκροί του Πολυτεχνείου, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Είναι οι μέρες επίσης που θα βρει κανείς κάθε λογής δημοσιολόγους και δημοσιογράφους να αναρωτιούνται, γιατί τις χρειαζόμαστε; Ποιος ο λόγος; Αφού θεωρητικά είμαστε μια δημοκρατικά ευνομούμενη κοινωνία πλέον, έχουμε ένα κράτος δικαίου, γιατί να μπει κανείς στον κόπο; Η απάντηση σε αυτό κινείται σε δύο σκέλη.

Για αρχή, όλα αυτά τα γεγονότα είναι κομμάτι της ιστορίας μας, και αν το σκεφτεί κανείς, είναι κομμάτι μιας ιστορίας η οποία δεν απέχει πολύ από το παρόν. Ζούνε ακόμα άνθρωποι που ήταν στο Πολυτεχνείο και βασανίστηκαν στην χούντα. Οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής δολοφόνησαν τον Παύλο Φύσσα και τον Σαχζάτ Λουκμάν πριν από μόλις 7 χρόνια, ενώ ο ειδικός φρουρός Επαμεινώνδας Κορκονέας σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο πριν από 12. Δηλαδή, δεν μιλάμε για αρχαία ιστορία, για κάποιο μακρινό παρελθόν που διαβάζει κανείς μόνο στα βιβλία, όλα αυτά είναι συμβάντα που έγιναν τα τελευταία χρόνια, επομένως έχουν επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό το παρόν μας και το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας μας την ελληνική κοινωνία.

 Αυτό το σημείο πιστεύω πως είναι κρίσιμο: πρέπει να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατόν να διανοηθεί ένας ειδικός φρουρός ότι έχει την ασυλία να σηκώσει το όπλο του και να πυροβολήσει έναν μαθητή. Πώς είναι δυνατόν μια ομάδα ναζιστών να νιώσει τόσο οχυρωμένη απέναντι στις συνέπειες του νόμου ώστε να πιστέψει ότι μπορεί να δολοφονεί αντιφασίστες και μετανάστες και να την βγάζει καθαρή. Η παρατήρηση εδώ είναι πως όλα αυτά δεν έγιναν εν κενώ, δεν ήταν αποτελέσματα της λύσης κάποιας εξίσωσης, συνέβησαν μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο και υπό ορισμένες συνθήκες. Όσο και αν θέλει να μας πείσει η Καθημερινή πως ο Γρηγορόπουλος ήταν  “άτυχος” και ο Κορκονέας ένας “σαλεμένος αστυνομικός”, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως αυτή η δολοφονία έγινε εν ώρα υπηρεσίας. Ας το επαναλάβουμε. Ο Κορκονέας, με την ιδιότητα του αστυνομικού, πυροβόλησε τον Γρηγορόπουλο έχοντας την κάλυψη που του παρείχε το περιπολικό του, το σήμα του και η στολή του. Η θεσμική κάλυψη ισχύει και στην περίπτωση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής που συμπυκνώνεται στην φράση του Ρουπακιά μέσα στο περιπολικό: “Δικός σας είμαι”. (Βέβαια, στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο, γιατί καλείται κανείς να κατανοήσει επίσης πώς είναι δυνατόν να βγαίνει τρίτο κόμμα, ακόμα και μετά την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για την δολοφονία Φύσα. Παρ’όλα αυτά, πιστεύω πως η αναλογία των δύο υποθέσεων δεν είναι άτοπη).

Με λίγα λόγια, αν θέλουμε να έχουμε την ελπίδα πως κάποια μέρα θα φτιάξουμε μια καλύτερη κοινωνία, πρέπει να στοχαστούμε πολύ σοβαρά πάνω στο τι πήγε τόσο σκατά σε αυτήν. Αν δεν έχετε πειστεί ακόμα, ας μην ξεχνάμε πως στο τωρινό υπουργικό συμβούλιο βρίσκεται ένας πρώην πρόεδρος της ΕΠΕΝ

Το δεύτερο σκέλος της απάντησης έχει να κάνει με το ότι, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε ξεμπερδέψει καθόλου με τα φαινόμενα της αστυνομικής βαρβαρότητας. Η Διεθνής Αμνηστία έχει εκδώσει δύο εκθέσεις πάνω στο ζήτημα και στο πόρισμα της επιτροπής Αλιβιζάτου,  το οποίο ο κ. Χρυσοχοϊδης κρατούσε επί μήνες στο συρτάρι του, τεκμηριώνεται αυτό που καταλαβαίνουμε όλοι: ότι δηλαδή δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Το πρόβλημα είναι δομικό, ξεκινάει από τα υψηλότερα κλιμάκια της αστυνομίας, φτάνει μέχρι τα χαμηλότερα και δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένα ανεξάρτητο όργανο για να την ελέγξει. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, αν και έχει καταδικαστεί ως εγκληματική οργάνωση και η διεύθυνση της βρίσκεται στην φυλακή (με μια εξαίρεση!), είναι ξεκάθαρο πως ο ρατσιστικός της λόγος είναι ακόμα διάχυτος στην κοινωνία και η μάχη για την εξάλειψη του δεν πρόκειται να τελειώσει κάποια στιγμή σύντομα.

Προφανώς, η συγκυρία της πανδημίας δεν επιτρέπει να τελεστούν οι εκδηλώσεις μνήμης όπως γίνονταν τα προηγούμενα χρόνια. Ευτυχώς, όμως, υπάρχει ακόμη ο κόσμος που, κόντρα στην αστυνομική καταστολή και τον φόβο, προσπαθεί να τιμήσει την μνήμη αυτών των νεκρών και να κρατήσει ζωντανή την συζήτηση για τις συνθήκες που οδήγησαν στην δολοφονία τους. Επειδή κατανοεί πως αυτή η συζήτηση δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από μερικούς ανθρώπους και το άδικο τέλος της ζωής τους, αλλά έχει να κάνει και πολύ περισσότερο με την κοινωνία την οποία οραματιζόμαστε και στην οποία θα θέλαμε να ζούμε.

 

 Σύνταξη - Επιμέλεια: Κυριαζής Αντώνης