Αν για κάτι νιώθω ευγνώμων σ αυτή τη ζωή, είναι που μεγάλωσα με όλους μου τους παππούδες. 29 χρόνια σ'αυτόν τον πλανήτη, έχω τη τύχη να βαδίζω στη ζωή με μόνο μία απώλεια, εκείνη του Μανόλη.
Πάνε τέσσερα χρόνια, βαδίζουμε στον πέμπτο και όταν κάποιος με ρωτάει τι άφησε στη ψυχή μου εκείνη η μέρα, δε βρίσκω άλλη λέξη απ΄ την ενηλικίωση. Όταν έφυγε ο Μανόλης μου, ενηλικιώθηκα. Δε συνέβη στα 18, δε συνέβη όταν πήγα να σπουδάσω, ούτε όταν έπιασα τη πρώτη μου δουλειά.
Ενηλικιώθηκα όταν έχασα τον παππού μου. Ράγισε το κόσμο μου, τον άλλαξε και εκεί συνειδητοποίησα πως μεγάλωσα. Συνειδητοποίησα πως εκείνοι οι άνθρωποι που σμίλευαν τα παιδικά μας όνειρα, που έχτισαν με τα χέρια τους, με τα λόγια τους, με τις πράξεις τους τις παιδικές μας αναμνήσεις, που πρωταγωνιστούσαν στο μικρόκοσμο μας είτε ως παιδιά είτε ως μεγάλα παιδιά αργότερα, φτάνει και για εκείνους η στιγμή που φεύγουν, έτσι απλά, ήσυχα.
Η μόνη φορά που βιάστηκε στη ζωή του ο Μανόλης μας, ήταν στο φευγιό του. Και μοιάζει αστείο, γιατί σπάνια γυρνούσε σπίτι απ τη παπούρα αν δε νύχτωνε πρώτα και μόνο αφού θα τον βομβάρδιζε η Τερψιχόρη με αναρίθμητα τηλεφωνήματα, για να του θυμίσει πως κάποια στιγμή πρέπει και να φάει. Και γυρνούσε σα τη βρεγμένη γάτα μερικές φορές, σα τον κατακτητή της μάνας γης τις περισσότερες. Μέχρι την επόμενη φορά που κάποιο θερμοκήπιο, ή κουλούκι ή ηλιοβασίλεμα θα τον έβρισκε να το χαζεύει στη σιδερένια του καρέκλα ή στον ίσκιο μιας καρυδιάς.
Ο παππούς ο Μανόλης ζούσε για τα καλοκαίρια. Τον χειμώνα έπεφτε σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Μάνιζε για τις βροχές που δεν είχε το νησί, μα βαθιά μέσα μου πίστευα ότι μετρούσε ανάποδα στις πόσες μπόρες θα μας βρει η πρώτη Άνοιξη.
Τα καλοκαίρια, ναι, ήταν ευτυχισμένος.
Θα γυρνούσε σπίτι με χίλια δυο καλούδια απ το χωράφι και φυσικά με παγωτά Rocket. Τα αγαπημένα του, που έγιναν και δικά μας. Θυμάμαι ακόμα την άσπρη γραμμή που άφηνε η κρέμα βανίλια στο ατίθασο μουστακάκι του, σα τον αφρό της θάλασσας που έλεγε κι εκείνος.
Ύστερα αφού θα φρεσκαριζόταν λίγο, θα ξεκούμπωνε το πουκαμισάκι του, θα άραζε στη πλαστική του καρέκλα και θα έβαζε τις ειδήσεις των 8. Θα αποκοιμιόταν στα μισά και θα ξυπνούσε στα μισά κάποιας ελληνικής ταινίας.
Του άρεσαν πολύ οι παλιές ελληνικές ταινίες, γελούσε δυνατά και μας έδειχνε επίμονα εκείνες τις σκηνές που του άρεσαν. Και θυμάμαι τις περισσότερες, κάθε φορά που θα πετύχω κάποια απ' αυτές στη τηλεόραση και φαντάζομαι ποιες άλλες θα έβρισκε αστείες, σήμερα.
Πιο πολύ θυμάμαι εκείνο το βαθύ γέλιο του, με εκείνο το γρέζι, που κατέληγε πάντα σα του Βέγγου.
Θυμάμαι τη φωνή του, όταν μας έλεγε τις ιστορίες απ το πόλεμο, τα ταξίδια του, την επιστροφή στο κατεστραμμένο μας σπίτι και τη προσπάθεια του να χτίσει τη ζωή του απ'το μηδέν. Τόσος μόχθος και πόσο όμορφα τα κατάφερε.
Την οποία φωνή στερηθήκαμε αργότερα, όταν κάπου στο 2013 ξεκίνησε η μάχη του με την άνοια. Δε θα τη χαρακτηρίσω άνιση, γιατί το πάλεψε, όπως έκαναν όλοι οι παιδικοί μου ήρωες.
Από τότε καλοκαίρια και χειμώνες συμπτύχθηκαν στο μυαλό του. Θα γινόμουν η Μαρία τη μία, η Εμμανουέλα την επομένη. Θα με αναγνώριζε τη μία, θα μπερδευόταν την επομένη. Θα αναζητούσε τη Τερψιχόρη τη μία, θα αναρωτιόταν πότε θα πάμε στο σπίτι μας την επομένη.
Δώδεκα φορές θα μας ρωτούσε, δώδεκα φορές θα τον "ξεναγούσαμε" στη γειτονιά του. Ξανά και ξανά. Όσες φορές χρειαστεί. Να μη πανικοβληθεί, να μη φοβηθεί, να καταλάβει, να νιώσει ασφαλής για εκείνα τα μισάωρα στην αρχή, τα 20λεπτα στη μέση, τα 5λεπτα στο τέλος. Εκείνα τα πέντε λεπτά που αναγνώριζα στα μάτια του τον εαυτό μου, πέντε λεπτά που θα γινόταν ο Μανόλης μου, τρία λεπτά που θα αναγνώριζε τον μπαμπά & τη μαμά , δύο λεπτά που θα ρωτούσε για τη παπούρα, ένα λεπτό προτού η εικόνα της αυλής γίνει και πάλι άγνωστη. Πάλεψε ο Μανόλης μου. Και παλέψαμε και μεις μαζί του.
Είχαμε τις κακές και τις καλές μας μέρες. Στην αρχή μου ήταν δύσκολο να το αποδεχτώ. Θυμάμαι τον εαυτό μου να παίρνει 10 ανάσες προτού μπω στο σαλόνι να τον χαιρετήσω. Ήταν μία Κυριακή όπως όλες, αλλά διαφορετική. Με κοιτούσε, μας κοιτούσε και ήταν η πρώτη φορά που αναρωτήθηκα "Θεέ μου, μας αναγνωρίζει"; Τη σκέψη μου διέλυσε σε δευτερόλεπτα η φωνή του πατέρα μου που ίσως διάβασε τη δική μου, δε ξέρω. "Ποιες ήρθαν να σε δουν;" τον ρωτάει, "πως τις λένε"; Κοίταζα επίμονα τα χείλη του μέχρι να σχηματιστεί κάποιο όνομα, όποιο κι αν ήταν αυτό. Και συνέβη και χάρηκα γιατί ο Μανόλης μου ήταν (ακόμα) εκεί.
Και από τότε ζούσαμε τη κάθε μέρα σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να μην υπήρξε χθες. Πιάσαμε τον παππού από το χέρι, όπως μας έπιανε και εκείνος κάποτε και τα μαθαίναμε όλα απ την αρχή και κάναμε εξάσκηση σε όσα φάνηκε πως δε ξεχάστηκαν ποτέ. Στεναχωρηθήκαμε, αμφισβητήσαμε, θυμώσαμε, αποδεχτήκαμε όμως και προσαρμοστήκαμε. Όλα για τον Μανόλη μας.
Τον Ήρωα μου, τον Ήρωα μας.
Καλοκαίρι ήταν όταν έφυγε. Μέσα Ιούλη, με πανσέληνο. Ίσως και να το χε κανονίσει.Από τότε όλα άλλαξαν, χειμώνες - καλοκαίρια συμπτύχθηκαν και στο δικό μου μυαλό. Άλλο ένα διαφορετικό καλοκαίρι πλησιάζει και θα μου υπενθυμίσει για ακόμα μία φορά την απουσία του.
Σε μία προσπάθεια να ξορκίσουμε τη θλίψη, η ιεροτελεστία μας παραμένει ίδια. Αγοράζουμε παγωτά, βλέπουμε ελληνικές ταινίες, ο μπαμπάς κοιμάται στα μισά και εγώ φαντάζομαι ό,τι βάζει ο νους σου.
Τον ήχο απ τα κλειδιά του στη πόρτα. Το γεννάκι του που πάντα μας τσιμπούσε τα μάγουλα καθώς μας φιλούσε. Τον απολογισμό της ημέρας που έλεγε στον εαυτό του καθώς θα άλλαζε στο μέσα δωμάτιο. Τη μυρωδιά απ τον αφρό ξυρίσματος όταν φρεσκαριζόταν. Τα "δεν έφαγες" κάθε φορά που τελείωνα το φαΐ μου και έκανα να σηκωθώ απ το τραπέζι. Τις ιστορίες του, που ποτέ δε κατέγραψα και το μετανιώνω. Το γέλιο του. Την εικόνα του τα πρωινά στο τραπέζι καθώς έπινε το τσάι του και βύθιζε μέσα τη φρυγανιά του. Τα "Φτιάξε και συ ένα" πριν προλάβεις να τον καλημερίσεις. Και τις συμβουλές του, κάθε βράδυ Κυριακής που έπρεπε να κινήσουμε για το σπίτι. "Να διαβάζεις, να προκόψεις. Να προσέχεις τη Μανουέλα. Να μη φοβάσαι για τίποτα, ό,τι χρειαστείς θα το χεις. Όλα εδώ τα έχουμε. Θα τα πούμε την άλλη φορά". Το "φτάσατε παιδί μου; Άντε καληνύχτα".
Ο Μανόλης ήταν ο Ήρωας μου. Όταν αρρώστησε, έγινε ο Υπερήρωας μου.
Έγραψα αυτά τα λόγια για τον παππού μου, γιατί δεν βρίσκω λέξεις να σχολιάσω το έγκλημα που συντελούνταν τόσο καιρό σε εκείνο το γηροκομείο στα Χανιά. "Πώς να περιγράψεις τους ανθρώπους, που δεν κατοικεί μέσα τους ο Άνθρωπος";
Έγραψα αυτά τα λόγια γιατί δε μπορώ να διαβάσω ή να ακούσω τι πέρασαν αυτοί οι Άνθρωποι στα χέρια των συγκεκριμένων. Έγραψα αυτά τα λόγια γιατί αν για τον οποιονδήποτε σοβαρό λόγο έπρεπε να αποχωριστώ τον Μανόλη μου και περνούσε κάτι αντίστοιχο, δε ξέρω πως θα ζούσα με τον εαυτό μου μετά απ' αυτό.
Έγραψα αυτά τα λόγια γιατί δεν αντέχω άλλη βια. Άλλη απανθρωπιά. Άλλη αδιαφορία.
Έγραψα αυτά τα λόγια γι αυτούς τους Ανθρώπους. Που έπρεπε να αγαπηθούν. Για να γίνουν και εκείνοι από Ήρωες, Υπερήρωες.
Αυτή η φωτογραφία του Μανόλη μου είναι απ' τις αγαπημένες μου.
Αύριο θα πάω να πάρω ένα παγωτό, να δω μια ελληνική ταινία και να διαλέξω τις πιο αστείες στιγμές.
Σ' ευχαριστώ παππού μου, για όλα.
(Υ.Γ: Να δεις το "The Mole Agent". Θα καταλάβεις το γιατί.)
Σύνταξη - Επιμέλεια: Εμμανουέλα Φασομυτάκη
